This is a Trial Version of Social Share & Locker Pro plugin. Please add your purchase code into Licence section to enable the Full Social Share & Locker Pro Version.

Τον τελευταίο καιρό έχουν πληθύνει τα δημοσιεύματα σχετικά με την παραπέρα στρατιωτικοποίηση του Πυροσβεστικού Σώματος (Π.Σ). Γιατί οι κυβερνήσεις τις τελευταίες δεκαετίες σταδιακά  στρατιωτικοποιούν το Π.Σ και τη σημαίνει αυτό για το προσωπικό του;

Θα περίμενε ίσως κανείς πως, καθώς η κοινωνία μας εξελίσσεται και (θεωρητικά τουλάχιστον) θα εξελίσσονταν προς το καλύτερο, ορισμένες όψεις της λειτουργίας του Πυροσβ. Σώματος που έχουν θεσμοθετηθεί σε περασμένες εποχές θα καταργούνταν ή θα αναμορφώνονταν. Είναι χαρακτηριστικό πως τμήματα των εσωτερικών κανονισμών της λειτουργίας του ΠΣ είναι νομοθετημένα την περίοδο της χούντας ή επικαλούνται νομοθετικά διατάγματα της ίδια περιόδου! Υπάρχουν σημεία τα οποία είναι σε αντιδιαστολή με το Σύνταγμα: το εσωτερικό πειθαρχικό δίκαιο υπερισχύει της εθνικής νομοθεσίας και μπορεί να επιβάλλει πειθαρχικές ποινές ακόμη και για «παραπτώματα» που δεν αποτελούν έκνομες ενέργειες ούτε μπορούν να διωχθούν ποινικά, ενώ ταυτόχρονα ο εσωτερικός κανονισμός επιβάλλει συγκεκριμένα πρότυπα στην συμπεριφορά και την ατομική συγκρότηση του πυροσβέστη ακόμη κι όταν αυτός βρίσκεται εκτός υπηρεσίας. Τέτοιου τύπου διατάξεις απέχουν παρασάγγας από τα συνταγματικά δικαιώματα της ελεύθερης ατομικής συγκρότησης και ασκούν έναν ιδιότυπο έλεγχο σε ολόκληρο το φάσμα της ζωής του πυροσβέστη. Αντί λοιπόν να καταργηθούν και να ενισχυθούν άλλες διατάξεις πιο προοδευτικές (που υφίστανται σε κάποιο βαθμό), συντηρούνται και ενισχύονται νομικά από καιρού εις καιρόν. Η εμφανέστερη συνέπεια είναι πως ο πυροσβεστικός υπάλληλος αντιμετωπίζεται από το θεσμικό πλαίσια περισσότερο ως «όργανο» και πολύ λιγότερο ως «εργαζόμενος». Δημιουργούνται εστί σημαντικά ζητήματα. Επί παραδείγματι, πού τελειώνει η υπηρεσιακή και πού αρχίζει η ιδιωτική σφαίρα στη ζωή του πυροσβέστη; Μέχρι ποιού σημείου ο πυροσβέστης καλείται να λειτουργήσει ως όργανο για την εκπλήρωση του καθήκοντος, και πού αρχίζουν ή σταματούν τα δικαιώματά του ως εργαζόμενου, ή ακόμη και ως πολίτη;

Διαχρονικά οι κυβερνώντες προβάλλουν το επιχείρημα ότι η στρατιωτικοποίηση είναι απαραίτητη λόγω της ιδιαίτερης φύσης και αναγκών για την εκπλήρωση της αποστολής του Πυροσβ. Σώματος. Αυτό το επιχείρημα δεν ευσταθεί στην πράξη, αφού το πυροσβεστικό αντικείμενο απαιτεί εξ ορισμού ομαδική συγκρότηση και δράση – κάτι που δεν μπορεί να γίνει αν υφίσταται μια ανελαστική ιεραρχική δομή μεταξύ των μελών της ομάδας. Επιπλέον, καμιά διαταγή δεν μπορεί να αναγκάσει τον πυροσβέστη να ξεπεράσει το αίσθημα του φόβου ή της κούρασης και να διακινδυνεύσει τον εαυτό του για να βοηθήσει έναν συνάνθρωπο που κινδυνεύει – κι όμως αυτός το πράττει συχνά, με βάση τη συνείδηση και το φιλότιμό του. Επομένως, για ποιόν λόγο συντηρούνται (ακόμη και χωρίς να εφαρμόζονται καθημερινά) τέτοιες στρατιωτικοποιημένες διατάξεις;

Η εμπειρία των τελευταίων είκοσι ετών δείχνει πως αυτό συμβαίνει για να υπάρχει ένα σύνολο «εργαλείων» που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για περιστολή εργασιακών δικαιωμάτων (μέσω πχ ελαστικοποίησης των όρων κήρυξης επιφυλακών, δημιουργίας άστατων εργασιακών ωραρίων κ.ά.), για τον αυστηρότερο έλεγχο και για την αποτροπή αντιδράσεων. Κανείς δεν μπορεί να διατάξει τον πυροσβέστη να επιδείξει αλτρουισμό, μπορεί όμως να τον διατάξει να εκτελέσει υπηρεσία πέραν του ωραρίου του ή να τον τιμωρήσει καταλογίζοντάς του πειθαρχικό παράπτωμα αν αντιδράσει.

Οι κυβερνήσεις συρρικνώνουν διαρκώς το προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος και ταυτόχρονα έχουν στελεχώσει τα αεροδρόμια της Fraport και των ιδιωτικών οδικών αξόνων με πυροσβέστες. Ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες του Π.Σ σε προσωπικό με σταθερές και μόνιμες σχέσεις εργασίας;

Από τις αρχές της οικονομικής κρίσης του 2009 δημιουργήθηκε (και κατά καιρούς ανακυκλώνεται) το επιχείρημα ότι το ελληνικό Πυροσβεστικό Σώμα έχει πολύ περισσότερο προσωπικό από υπηρεσίες άλλων κρατών αντίστοιχου μεγέθους, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Πορτογαλία. Αντίστοιχα, θα μπορούσε κάποιος Νορβηγός να ισχυριστεί ότι η Ελλάδα έχει πολύ λιγότερους επαγγελματίες αποχιονιστές απ’ ότι η Νορβηγία. Γίνεται προφανές πως τέτοιου τύπου συγκριτικά επιχειρήματα δεν έχουν νόημα διότι δεν εξετάζουν τις ιδιαίτερες εδαφικές, κλιματολογικές και κοινωνικές συνθήκες κάθε χώρας και, συνεπώς, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλή και αξιοποιήσιμα συμπεράσματα. Πολλώ δε μάλλον όταν στην πράξη, και σε αντίφαση με το γενικό πνεύμα περικοπών, μέσα σε αυτό το διάστημα ιδρύθηκαν πολλές νέες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Οι πραγματικές ανάγκης των υπηρεσιών που απευθύνονται στην βοήθεια του πολίτη (ΠΣ, ΕΚΑΒ, υγεία κλπ), εξαρτώνται άμεσα από το πώς αξιολογεί και ιεραρχεί το κράτος την ζωή του πολίτη. Ταυτόχρονα δε, καθώς το πυροσβεστικό αντικείμενο είναι πολύ περίπλοκο και πολύπλευρο, το επάγγελμα του πυροσβέστη είναι μια υψηλής ειδίκευσης εργασία. Για να εκτελεστεί αυτή αποτελεσματικά απαιτεί σοβαρή επένδυση επάνω στο ανθρώπινο δυναμικό. Όταν λοιπόν ο πυροσβέστης απαιτεί τέτοια επένδυση από πλευράς του κρότους για να «παραχθεί», πού είναι αποδοτικότερο και πιο δίκαιο να διατεθεί κατά προτεραιότητα: στην εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινωνίας που πλήρωσε για να τον εκπαιδεύσει, ή μιας επιχείρησης;

Στο προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος για δεκαετίες υπάρχουν υπάλληλοι με τρεις διαφορετικές εργασιακές σχέσεις, μόνιμοι, πενταετείς, εποχικοί. Τι λόγους έχουν οι κυβερνήσεις και συντηρούν αυτή την κατάσταση;

Είναι προφανές πως μια υψηλής ειδίκευσης εργασία μπορεί να υπάρξει αποδοτικότερα μόνο με σχέσεις εργασίας που είναι σταθερές και με διάρκεια στον χρόνο. Είναι λοιπόν αντιφατικό να υφίσταται αυτή η εργασιακή τριχοτόμηση του προσωπικού στο ΠΣ, η οποία στην πράξη δημιουργεί προβλήματα στην καθημερινή του λειτουργία (κάθε κατηγορία εργαζομένων έχει διαφορετικό υπολογισμό εργάσιμου ωραρίου, διαφορετικό τρόπο αποζημίωσης κλπ). Η προφανέστερη εξήγηση είναι πως η κατάσταση αυτή συντηρείται για να μειώνεται το κόστος εργασίας, με χρήση εργαζομένων μειωμένων δικαιωμάτων και απολαβών. Σε θεσμικό επίπεδο υποτίθεται πως οι ελαστικές σχέσεις εργασίας δεν συμμετέχουν εξίσου με το μόνιμο προσωπικό στην αντιμετώπιση πιο περίπλοκων συμβάντων, λειτουργώντας μόνο «επικουρικά», «υποστηρικτικά» κλπ. Μπορεί όμως αυτό όντως να συμβεί στην πράξη;

Σε μια ομάδα που θα κληθεί να επέμβει σε ένα συμβάν και εντός της θα συνυπάρχουν εργαζόμενοι και των τριών εργασιακών σχέσεων, ποιο είναι το εύρος αρμοδιοτήτων του καθενός; Το πυροσβεστικό αντικείμενο είναι δυναμικό: ένα πλήρωμα δασικού περιπολικό μπορεί να κληθεί να επέμβεις σε μια πυρκαγιά μιας οικίας ή ακόμη και να παράσχει βοήθεια σε κάποιον άνθρωπο. Δεν θα πρέπει όλα τα πληρώματα να είναι εξίσου εκπαιδευμένα και εξοπλισμένα για να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε ανάγκη κληθούν; Αυτά τα ζητήματα λύνονται στην πράξη από τις συνειδήσεις των πυροσβεστών, οι οποίοι -ανεξαρτήτως εργασιακής σχέσης- δεν διανοούνται να μην επέμβουν οπουδήποτε το καθήκον και η Υπηρεσία τους καλέσει.

Διαχρονικά, αυτό που τελικά πρακτικά συμβαίνει είναι πως όσο πιο ελαστική είναι η σχέση εργασίας, τόσο λιγότερο εφαρμόζεται η στρατιωτικοποίηση αλλά και τόσο μικρότερες είναι οι απολαβές. Στο επιχειρησιακό κομμάτι όλοι προσπαθούν για το καλύτερο.

Η κυβέρνηση της Ν.Δ ψήφισε νόμο σχετικά με το νέο κανονισμό μεταθέσεων. Θα θέλαμε να μας πείτε τι προβλήματα δημιουργεί για τους πυροσβέστες και τις οικογένειές τους η ψήφιση του νόμου αυτού;

Ο πρόσφατα ψηφισμένος νόμος διαμορφώνει ένα εντελώς νέο πλαίσιο, το οποίο αναπόφευκτα θα έχει γενικότερο αντίκτυπο στις ζωές των πυροσβεστών. Μια σημαντική κατάκτηση των προηγούμενων γενεών πυροσβεστών, το αμετάθετο από την πόλη συμφερόντων τους, πλέον καταργήθηκε και θεσπίστηκε ένα σύστημα μοριοδοτικής ανταποδοτικότητας, κατά το οποίο ο πυροσβέστης λαμβάνει μόρια ανάλογα με τις μετακινήσεις που υφίσταται καθώς και την υπηρεσιακή και οικογενειακή του κατάσταση. Το σύστημα αυτό παρουσιάζεται ως αδιάβλητη και αξιοκρατική απάντηση στην ανάγκη μετακίνησης προσωπικού. Μόνο που η συγκεκριμένη «απάντηση» δίνεται σε μια ανάγκη που μέχρι τώρα δεν υπήρχε (τουλάχιστον όχι σε αυτόν τον βαθμό): πριν, ο πυροσβέστης όταν πήγαινε στον τόπο του παρέμενε εκεί. Τώρα τέτοια σιγουριά δεν θα υπάρχει ποτέ και για κανέναν, καθώς θεσπίστηκαν διαδικασίες μετακινήσεων ακόμη και εντός των ίδιων νομών χωρίς σαφείς χρονικούς περιορισμούς για την μετακίνηση, ενώ μετά από έξι έτη στον τόπο του ο πυροσβέστης μπορεί να ξαναμετακινηθεί για να έρθει στην θέση του άλλος συντοπίτης του. Ταυτόχρονα, εντείνεται και ο τιμωρητικός ρόλος των «μεταθέσεων για λόγους καταφανούς υπαιτιότητας του υπαλλήλου», όπου κανείς μπορεί να μετατεθεί δυσμενώς όχι μόνο για αποδεδειγμένα βαρύτατα παραπτώματα αλλά ακόμη και αν απλώς διωχθεί (χωρίς να έχει τελεσιδικήσει η δίωξη) για εξύβριση ή συκοφαντική δυσφήμιση!

Αντιλαμβάνεστε ότι στην υφιστάμενη οικονομική πραγματικότητα μια μετακίνηση ή μετάθεση ενός πυροσβέστη θα έχει δραματικές οικονομικές συνέπειες για αυτόν και την οικογένεια του. Για να αποφύγει ίσως το δυσβάστακτο οικονομικό κόστος μιας μελλοντικής μετάθεσης σε μακρινό τόπο, ο πυροσβέστης έχει την «επιλογή» των μετακινήσεων με δική του αίτηση (όποτε προκύπτουν ανάγκες), ώστε διαχρονικά να συγκεντρώσει μεγάλο αριθμό μορίων. Ειδικά για τους νεώτερους συναδέλφους (λόγω αρχαιότητας και αριθμού μορίων) οι πιθανότητες μεταθέσεων είναι ιδιαίτερα αυξημένες, κάτι που μειώνει σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα τους και καθιστά πολύ δυσκολότερο το ενδεχόμενο να κάνουν οικογένειες και να ζήσουν αξιοπρεπώς, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια του υπηρεσιακού τους βίου.

Ο κυβερνητικός συνδικαλισμός αντιτείνει ότι αυτή η προσέγγιση είναι υπερβολική, ότι οι μεταθέσεις κάθε χρόνο θα είναι λίγες και ότι θα αφορούν τους νεότερους κλπ. Ακόμη κι αν αυτά ισχύουν, τι αποδεικνύουν; Ακόμη και ένας μονάχα υπάλληλος να μετακινηθεί παρά τη θέλησή του, δεν θα κληθεί να επωμιστεί το δυσβάστακτο κόστος της ζωής σε έναν ξένο τόπο; Ακόμη κι αν μετακινούνται μόνο «νέοι», δεν θα επωμιστούν κι αυτοί κόστος; Κι ακόμη χειρότερα, ένα σύστημα που θεωρεί πως τα «δεινά» θα πρέπει πρωτίστως να τα επωμίζονται οι νεότεροι, τι είδους στελέχη θα παράξει στο μέλλον; Θα βοηθήσει αυτό στον εκσυγχρονισμό του ΠΣ, ή στην πράξη θα οδηγήσει στην αποδοχή της στρατιωτικοποίησης και της μοιρολατρίας; Ακόμη ακόμη και η ίδια η ανάγκη μετακίνησης προσωπικού γιατί δεν υπήρχε σε αυτόν τον βαθμό πριν πχ 10 χρόνια; Άνοιξαν τόσες πολλές νέες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση αναγκών των τοπικών κοινωνιών; Όχι – άνοιξαν κυρίως υπηρεσίες σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, στα αεροδρόμια της Fraport και στους αυτοκινητοδρόμους. Μάλιστα, από τη στιγμή που η σύμβαση συνεργασίας του ΠΣ με την Fraport δεν δημοσιεύεται στο σύνολό της, κανείς δεν ξέρει τι είδους υποχρεώσεις έχει αναλάβει το Σώμα απέναντι στην εταιρεία και σε ποιό σημείο θα φτάσει το ξεσπίτωμα των πυροσβεστών.

Η κυβέρνηση διατυμπανίζει ότι ίδρυσε τη φετινή χρονιά 85 περίπου νέα εποχικά κλιμάκια. Αυτό όμως δεν είναι σε αντίφαση με το γεγονός ότι η κυβέρνηση συρρικνώνει διαρκώς το προσωπικό του Π.Σ και διατηρεί καθηλωμένες τις δαπάνες για το Πυροσβεστικό Σώμα;

Ένα Πυροσβεστικό Κλιμάκιο είναι μια υπηρεσιακή δομή με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (αριθμό υπηρετούσας δύναμης, κατανομής σε βαθμούς, οχήματα, εξοπλισμό κλπ). Ακόμη δεν έχει διασαφηνιστεί στην πράξη ποια θα είναι η μορφή αυτών των εποχικών κλιμακίων. Για να λειτουργήσουν ως Πυροσβεστικά Κλιμάκια με την θεσμική μορφή που τα γνωρίζουμε ως τώρα, απαιτείται συγκεκριμένος αριθμός προσωπικού (πέραν των συμβασιούχων) και πόρων. Ποιός θα αναλάβει τις δαπάνες για ηλεκτροδότηση, υδροδότηση, ενοικίαση κτιρίων, εύρεση εξοπλισμού κλπ; Ακόμη κι αν τις αναλάβει η τοπική αυτοδιοίκηση, θα μπορέσει να τις καλύψει με τις μειωμένες χρηματοδοτήσεις που κι αυτή έχει; Από πού θα προκύψει το απαιτούμενο προσωπικό; Θα  μετακινηθεί από αλλού; Και με τι διαδικασίες; Θα μετακινηθούν μόνο όσοι το επιθυμούν, ή θα υπάρξουν και μετακινήσεις εντός νομών παρά τη θέληση συναδέλφων (αξιοποιώντας τα «εργαλεία» του πρόσφατα ψηφισθέντα κανονισμού μεταθέσεων); Στην περίπτωση αυτή, όπως κι αν γίνει, φυσικά θα προκύψουν κενά σε άλλες Υπηρεσίες (αφού έχουν ανακοινωθεί εποχικά κλιμάκια και σε νομούς που δεν έχουν χαρακτηριστεί ως υπεράριθμοι).

Από την άλλη, υπάρχει και η εκτίμηση ότι αυτά τα εποχικά κλιμάκια θα λειτουργήσουν ως «στεγασμένα περιπολικά», δηλαδή ως στεγασμένος χώρος όπου θα σταθμεύει κάποιο δασικό περιπολικό όχημα και θα εδρεύει το προσωπικό του. Κάτι τέτοιο (που ήδη συμβαίνει σε κάποιες περιοχές της επικράτειας και, γενικά, αποτελεί διαχρονικό αίτημα των πυροσβεστών) θα βελτιώσει τις συνθήκες εργασίας των πυροσβεστών. Στην περίπτωση αυτή όμως δεν μπορούμε να μιλάμε για «πυροσβεστικά κλιμάκιο», τουλάχιστον όπως τα ξέρουμε τώρα.

Είναι επαρκώς εξοπλισμένοι οι πυροσβέστες με μέσα Ατομικής Προστασίας, για τη νέα αντιπυρική περίοδο που ήδη διανύουμε;

Για να προσεγγίσουμε το ζήτημα των Μέσων Ατομικής Προστασίας θα πρέπει να αναληφθούμε ότι αυτά δεν είναι απλώς ο ρουχισμός του πυροσβέστη, άλλα εργαλεία υψηλών προδιαγραφών και απαιτήσεων. Επειδή μάλιστα αυτά χρησιμοποιούνται διαρκώς κατά την εργασία, εκτιθέμενα σε πλήθος επιβαρυντικών συνθηκών και παραγόντων, είναι απαραίτητη η ανά τακτά διαστήματα απόσυρση και ανανέωση τους. Μάλιστα, οι κατασκευαστές τους θέτουν συγκεκριμένα κριτήρια ή χρονικά όρια για την αντικατάσταση τους. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι, εκ της ίδιας της φύσης τους ως εργαλεία, τα Μέσα Ατομικής Προστασίας απαιτούν συνολική διαχείριση εντός μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής σε βάθος χρόνου. Στην ουσία του λοιπόν το ερώτημα δεν θα έπρεπε να αφορά συγκεκριμένα την αντιπυρική περίοδο, αλλά να είναι συνολικό.

Στο μόνιμο προσωπικό και στους Πυροσβέστες Πενταετούς Υποχρέωσης (ΠΠΥ) πρόσφατα χορηγήθηκαν μποτάρβυλα, μια στολή υπηρεσίας και μια κουκούλα. Πρόκειται για Μέσα εξαιρετικών προδιαγραφών και ποιότητας κατασκευής, τα οποία έρχονται να καλύψουν ανάγκες που υπήρχαν εδώ και χρόνια (κάποιοι συνάδελφοι δεν είχαν χορηγηθεί υποδήματα για πάνω από οκτώ έτη, ενώ κουκούλα δεν είχε χορηγηθεί ποτέ στο παρελθόν).  Όμως αν δεν υπάρξει συνέχεια, ο πυροσβέστης θα είναι ανεπαρκώς προστατευμένος. Για παράδειγμα, γυαλιά προστασίας (για δασικές / διασωστικές επιχειρήσεις) χορηγούνται εφάπαξ και δεν έχουν αντικατασταθεί εδώ και χρόνια. Για την προστασία της αναπνοής σε δασικές πυρκαγιές δεν έχει χορηγηθεί μάσκα και φίλτρο εδώ και πάρα πολλά χρόνια – οι πυροσβέστες τα αγοράζουν τα τελευταία έτη μόνοι τους, αλλά φέτος παρατηρείται έλλειψη και στην αγορά λόγω κορoνοϊού. Οι συμβασιούχοι πυροσβέστες που προσλήφθηκαν πέρυσι δεν έλαβαν όλα τα απαραίτητα ΜΑΠ ή έλαβαν ΜΑΠ που δεν πληρούν τα ανώτατα επίπεδα των σχετικών προδιαγραφών. Θα εξοπλιστούν φέτος; Αν τα υφιστάμενα ΜΑΠ υποστούν σημαντικές φθορές κατά την επέμβαση σε συμβάν, υπάρχει απόθεμα και πρόβλεψη για αντικατάστασή τους; Γιατί εδώ και πολλά χρόνια συνάδελφοι που καταστρέφονταν τα ΜΑΠ τους σε κάποιο συμβάν (φθορά απολύτως φυσιολογική και υπηρεσιακά δικαιολογίσιμη) απλώς δεν λάμβαναν νέα, ελλείψει αποθέματος σε είδος ή σε διαστασιολόγια.

Αξίζει επίσης να αναφερθεί πως τα Μέσα που πρόσφατα χορηγήθηκαν, προέρχονται εξ ολοκλήρου από δωρεές. Όμως οι δωρεές δεν μπορούν να καλύψουν τον απαραίτητο μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, ούτως ώστε ο πυροσβέστης να έχει διαρκώς στη διάθεση του σύγχρονα και λογικά καταπονημένα Μέσα Ατομικής Προστασίας. Η κρατική χρηματοδότηση στον τομέα αυτό είναι αναντικατάστατη – και είναι προφανές πως αν η χρηματοδότηση δεν αυξηθεί, δεν μπορεί να καλυφθεί το υψηλό κόστος που συνεπάγεται η ανάγκη διαρκούς ανανέωσης των ΜΑΠ.

Η κυβέρνηση δεν έχει προχωρήσει στην δημοσίευση των Π.Δ σχετικά με την Υγεία και Ασφάλεια των πυροσβεστών. Τι κινδύνους ελλοχεύει αυτό για τους πυροσβέστες; Υπάρχει στα συμβάντα γιατρός εργασίας και τι πρόσθετα μέτρα πρέπει να παρθούν για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι πυροσβέστες στα συμβάντα;

Το θέμα της υγείας και ασφάλειας είναι πολύ σημαντικό ζήτημα για τους πυροσβέστες. Οι υπηρεσίες διεθνώς (και ειδικά στις προηγμένες χώρες) έχουν θεσπίσει συγκεκριμένα πρωτόκολλα αντιμετώπισης των επιπτώσεων από την έκθεση των πυροσβεστών σε βλαβερούς παράγοντες και – ως επί τω πλείστον- την έξοδο πυρκαγιάς ακολουθεί και ασθενοφόρο (είτε υπηρεσιακό, είτε από άλλο φορέα).

Στην χώρα μας έχουμε μεγάλο δρόμο να καλύψουμε σε αυτό το θέμα. Στα συμβάντα δεν παρίσταται γιατρός εργασίας. Προ μερικών ετών, σε μεγάλα συμβάντα και μόνο στην Αττική ενεργοποιούνταν τουλάχιστον το υπηρεσιακό ασθενοφόρο. Αντί η χρήση του να παγιωθεί και να επεκταθεί, τελικώς μεγάλο μέρος του στόλου ασθενοφόρων του ΠΣ παραχωρήθηκε για χρήση στο ΕΚΑΒ. Για να αντιμετωπιστεί λοιπόν η μειωμένη κρατική χρηματοδότηση, μετακινήθηκαν μέσα από μια υπηρεσία σε άλλη, δημιουργώντας ένα σημαντικό κενό στην πρώτη. Μάλιστα, το τότε σκεπτικό ήταν ότι «αφού δεν έχουμε προσωπικό να τα χρησιμοποιήσουμε εμείς, ας τα πάρει το ΕΚΑΒ»! Δηλαδή, αντί να επιλυθεί ένα υφιστάμενο πρόβλημα για να εξασφαλιστεί περισσότερο ο πυροσβέστης, χρησιμοποιήθηκε ως δικαιολογία για ένα μπαλωθεί ένα άλλο.

Δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς πως το επάγγελμα του πυροσβέστη είναι από τη φύση του επικίνδυνο. Το ζήτημα είναι πώς και πόσο κοστολογεί τη ζωή του πυροσβέστη η Πολιτεία. Η αναγνώριση του επικίνδυνου και ανθυγιεινού του επαγγέλματος είναι μια αδήριτη αναγκαιότητα και πάγιο αίτημα των πυροσβεστών. Η αναγνώριση όμως αυτή, για να μεταφραστεί σε πραγματική προστασία του πυροσβέστη και να μην αποτελεί απλώς επικοινωνιακή φωτοβολίδα, δεν μπορεί να είναι μόνο στο ύψος των οικονομικών του απολαβών (πχ με κάποιο επίδομα), αλλά θα πρέπει να συνίσταται στην συνολική δημιουργία ενός νέου πλαισίου κατανόησης και αντιμετώπισης της επιχειρησιακής δράσης. Αυτό πρέπει να περιλαμβάνει από την μακροπρόθεσμη μελέτη επιπτώσεων λόγω έκθεσης σε παράγωγα πυρκαγιών, ως τις συνέπειες των άστατων ωραρίων στον κιρκάδιο ρυθμό και την μελέτη της επίδρασης των εργασιακών συνθηκών στο ψυχολογικό προφίλ του πυροσβέστη και στις σχέσεις του με την οικογένειά του και άλλους. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να λαμβάνονται κεντρικά σχεδιασμένα μέτρα αντιστάθμισης αυτών των κινδύνων, που μπορεί να περιλαμβάνουν θέσπιση διαδικασιών και παροχή μέσων για την απολύμανση μετά από πυρκαγιές, μέτρα οργάνωσης του εργασιακού χρόνου με σκοπό την ανακούφιση του οργανισμού από τη σωματική προσπάθεια και την ψυχολογική φόρτιση κ.ά. Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα για την μακροπρόθεσμη υποστήριξη (ακόμη και μετά τη συνταξιοδότηση) του πυροσβέστη, λόγω του αυξημένου (όπως υφιστάμενες διεθνείς μελέτες δείχνουν) κινδύνου νόσησης από καρδιαγγειακά νοσήματα, καρκίνους κλπ, με ταυτόχρονη πρόβλεψη αυξημένων ασφαλιστικών παροχών για νοσηλεία και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Μια σημαντική πρόοδος ήταν η σύσταση του Γραφείου Ψυχοκοινωνικής Μέριμνας στο Πυροσβεστικό Σώμα. Όμως, όπως αντιλαμβάνεστε, το ζήτημα της υγιεινής και ασφάλειας είναι πολύ ευρύτερο και απαιτεί η Πολιτεία άμεσα να αναλάβει αποφασιστική δράση για την επίλυσή του. Το ότι η πολιτεία και οι κυβερνητικοί συνδικαλιστές στρουθοκαμηλιστικά προσποιούνται πως δεν υφίσταται ιδιαίτερο πρόβλημα, δεν σημαίνει πως συνάδελφοι δεν νοσούν και πεθαίνουν όσο ο καιρός περνάει. Το έμφραγμα, ο καρκίνος, οι μετατραυματικές διαταραχές, ακόμη και τα διαζύγια δεν κάνουν διακρίσεις και μπορούν να χτυπήσουν τον καθένα μέσα στο Σώμα – σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό απ’ ότι στην υπόλοιπη κοινωνία.

Ένας πυροσβέστης. Πηγη:alt.gr