Δεν κατάφερα να γίνω ένας πυροσβέστης, που επιχειρεί κακοπληρωμένος, ή ακόμα και σε καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας, που αναλώνεται, δίνοντας στην κοινωνία τον εαυτό του όλο, τη ψυχή του, ακόμα και τη ζωή του.20210610 213006Όταν ήμουν μικρός, μικρότερος από τον δεκατριάχρονο, σήμερα, γιο μου, και με ρωτούσαν οι δικοί μου τί θα γίνω όταν μεγαλώσω, εγώ απαντούσα με υπερηφάνεια: «θα γίνω πυροσβέστης!». Δε ξέρω γιατί – ίσως επειδή οι πυροσβέστες μου φαίνονταν επιβλητικοί, ηρωικοί, λαμπροί κι αστραφτεροί μέσα στις στολές τους, επικοί, πάνω στις κατακόκκινες πυροσβεστικές αντλίες.

Ποιος μπορούσε να συγκριθεί μαζί τους; Έσπευδαν να μας γλιτώσουν, να μας συνδράμουν στην ανάγκη μας, να μας παρασταθούν στα δύσκολα. Όλοι παραμέριζαν μπροστά τους, όλοι τους αγαπούσαν και τους θαύμαζαν, ήταν οι σωτήρες μας, ήταν ήρωες! Μα τι άλλο από πυροσβέστης θα λαχταρούσε να γίνει κάποιος στη ζωή του, αναρωτιόμουν. Τί δικηγόρος μου λέτε, απαντούσα στις προτάσεις των συγγενών μου, τί μηχανικός…  Πού είναι η δόξα σ’ αυτούς, πού είναι η αστραφτερή στολή, το κράνος, το τσεκούρι, πού είναι η αντλία με τις σειρήνες της και τους φάρους της να στριφογυρίζουν, ποιος υπάλληλος ή καθηγητής φαντάζει σαν ιππότης, όπως οι πυροσβέστες, έλεγα στους οικείους μου, που προσπαθούσαν να με λογικέψουν.

Τελικά, δεν τα κατάφερα να γίνω πυροσβέστης. Μόνο να γράφω γι’ αυτούς κατάφερα, όπως τώρα. Γι’ αυτούς, που βλέπω τώρα, από την ασφάλεια του σπιτιού μου και την εικονική πραγματικότητα του υπολογιστή μου, να έχουν αποκάμει, να έχουν λιώσει μετά από μέρες ολόκληρες πάλης με τις φλόγες, στις πυρκαγιές της Αττικής και της Ελλάδας ολόκληρης. Δεν κατόρθωσα να γίνω ένας από αυτούς, με το απόκοσμο βλέμμα, που το συναντάς μόνο σε βετεράνους πολύνεκρων μαχών, που τα έχουν δει όλα.  Δεν κατάφερα να είμαι ένας από αυτούς, που σωριάζονται στο χώμα, με την πλάτη να ακουμπάει στα πλευρά του πυροσβεστικού οχήματος, για να πιουν δυο γουλιές νερό, να φάνε μια μπουκιά ψωμί και να θυμηθούν την οικαγένειά τους. Α, και για να βγάλουν για πέντε λεπτά τις αρβύλες, ώστε να πάρουν, επιτέλους, λίγο αέρα τα φλογισμένα πόδια τους.

Όχι, δεν κατάφερα να γίνω ένας πυροσβέστης, που επιχειρεί κακοπληρωμένος, ή ακόμα και σε καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας, που δεν έχει επαρκή, ασφαλή και σύγχρονα μέσα, που λιώνει στην δουλειά μέρες ολόκληρες γιατί η Υπηρεσία του είναι υποστελεχωμένη, που αναλώνεται, δίνοντας στην κοινωνία τον εαυτό του όλο, την ψυχή του, ακόμα και τη ζωή του. Δεν κατάφερα να γίνω ένας από αυτούς του αρίστους, που τιμούν τη σημαία που φέρουν στη στολή τους. Δεν κατάφερα να γίνω ένας πυροσβέστης, που όλα τα κόμματα τον επαινούν και εξαίρουν το έργο του, αλλά όταν είναι να τον προσέξουν ως εργαζόμενο, του γυρίζουν την πλάτη, χτυπώντας του τον ώμο συγκαταβατικά, σαν να του λένε «εσύ παίρνεις όλη τη δόξα – θες και λεφτά τώρα;»

Δεν ξέρω τί θα έκανα εάν μπορούσα να ξαναζήσω τη ζωή μου – θα γινόμουν πρυροσβέστης, θα κυνηγούσα το παιδικό μου όνειρο, ή θα γινόμουν ό,τι έγινα τελικά; Δεν ξέρω – αυτό που ξέρω καλά όμως, είναι πως εάν ο γιος μου κάποια στιγμή μου πει ό,τι είχα πει εγώ στην ηλικία του, δεν θα επιχειρήσω να τον μεταπείσω. Θα σεβαστώ το όνειρό του, όπως σέβομαι, βαθύτατα, τους πυροσβέστες.